φίμωση

η / φίμωσις, -ώσεως, ἡ, ΝΜΑ
[φιμῶ / -ώνω]
1. έμφραξη πόρου, κλείσιμο διόδου
2. ιατρ. στένωση τής πόσθης τού πέους, που εμποδίζει την έξοδο τής βαλάνου
νεοελλ.
1. εφαρμογή φιμώτρου
2. το κλείσιμο τού στόματος κάποιου με ειδικό μέσο ώστε να μην μπορεί να μιλάει
3. μτφ. απαγόρευση τής ελευθερίας τού λόγου
αρχ.
1. (για τον θάνατο) σίγαση
2. παύση τής λειτουργίας.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • φίμωση — η 1. το κλείσιμο του στόματος, το να φιμώσει κανείς κάτι, βούλωμα, στούμπωμα. 2. επιβολή σιγής, σίγηση, κατάπνιξη φωνής: Η φίμωση του τύπου. 3. (ιατρ.), στένωση της πόσθης του πέους, ώστε να εμποδίζεται η αποκάλυψη της βαλάνου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • φίμωση — [фимоси] ουσ. Θ. затыкание рта кляпом, надевание намордника …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • φιμώσῃ — φιμώσηι , φίμωσις muzzling fem dat sg (epic) φῑμώσῃ , φιμόω muzzle aor subj mid 2nd sg φῑμώσῃ , φιμόω muzzle aor subj act 3rd sg φῑμώσῃ , φιμόω muzzle fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εμφορβισμός — ἐμφορβισμός, ο (Α) 1. φίμωση, αποστόμωση 2. η επιβολή φόρου στη φορβή, στη βοσκή …   Dictionary of Greek

  • επιστόμωση — η [επιστομώ] φράξιμο τού στόματος, φίμωση …   Dictionary of Greek

  • κήμωσις — και κίμωσις, ἡ (Α) [κημώ] (κατά τον Ησύχ.) φίμωση …   Dictionary of Greek

  • πόσθη — Το δέρμα που περιβάλλει το πέος. Πρόκειται για δέρμα λεπτό, λείο, ελαστικό και άτριχο, που αποτελείται από τον δαρτό και τον υποδόριο συνδετικό ιστό. Το τμήμα της π. που καλύπτει τη βάλανο λέγεται ακροποσθία ή ακροβυστία. Η π. αποτελεί συνέχεια… …   Dictionary of Greek

  • στραγγισμός — ὁ, Μ [στραγγίζω] 1. το να στραγγίζει κάτι, να χάνει όλο το υγρό του 2. φίμωση, απόφραξη ανατομικού πόρου …   Dictionary of Greek

  • φίμωμα — το, Ν φίμωση. [ΕΤΥΜΟΛ. < φιμώνω. Η λ. μαρτυρείται από το 1887 στον Ηλ. Κανελλόπουλο] …   Dictionary of Greek

  • φίμωσις — ώσεως, ἡ, ΜΑ βλ. φίμωση …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.